Ο Ουμπέρτο Έκο στο δεύτερο κεφάλαιο του διάσημου μυθιστορήματός του «Το Εκκρεμές του Φουκώ» (εκδόσεις Γνώση, 1989) μέσα από τον ήρωα του βιβλίου του, που αποκτά τον πρώτο του ηλεκτρονικό υπολογιστή (έναν κειμενογράφο που ονομάζει «Αμπουλάφια») στοχάζεται πάνω στο «πως το υλικό μέσο καθορίζει τον ρυθμό της ανθρώπινης σκέψης και το ύφος της γραφής».
Αναλογιστείτε την ανθρώπινη σκέψη και γραφή στα σπήλαια, αργότερα στο μάρμαρο, στη συνέχεια με σινική μελάνη στον πάπυρο, κατόπιν στο χαρτί με πένα και μελανοδοχείο, ύστερα με μολύβι και γομολάστιχα ή με στυλό διαρκείας στο χαρτί. Κατόπιν στη γραφομηχανή σκίζοντας ολόκληρη σελίδα για ένα λάθος, ή διορθώνοντας με μπλάνκο και τέλος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή (με αυτόματο διορθωτή) μεταφέροντας πάνω-κάτω, μπρος-πίσω λέξεις και ολόκληρες παραγράφους και να μη ξεχάσω την Τεχνητή Νοημοσύνη, που σε λίγο θα κριτικάρει τα γραπτά μας (για το καλό μας).
Ύστερα, εκτιμήστε τα μέσα ενημέρωσης. Πρώτα τις εφημερίδες μεγάλου μεγέθους και ύστερα τα tabloid, που απαιτούν μικρότερους (πιασάρικους) τίτλους και μικρότερα κείμενα. Ακολούθως με το Internet, ήρθαν τα sites, τα blogs και τα social media, με τα κείμενα-ποταμούς των εκατοντάδων και χιλιάδων λέξεων.
Για παράδειγμα, ας σχολιάσω τον εαυτό μου: στο φύλλο της Πέμπτης (φωτο) με 6 έως 8 ταινίες Α΄ προβολής (χώρια οι επανεκδόσεις) χρειάζομαι μιάμιση σελίδα με τα σχετικά poster και την παρουσίαση μόνον σύνοψης και συντελεστών (250 περίπου λέξεις ανά ταινία). Αν αρχίσω να σχολιάζω (επιπλέον 200-300 λέξεις ανά ταινία), πάω για δύο σελίδες (αλλά πού να τις βρεις;), οπότε κάτι θα κόψω από την υπόθεση ή και τα σχόλια. Αναγκαστικά, κάποια ταινία θα την περιθωριοποιήσω στη στήλη «Προβάλλονται Επίσης» (μόνο τίτλο, είδος και συντελεστές).
Πού θέλω να καταλήξω; Ότι οι κριτικοί κινηματογράφου που γράφουν σε έντυπα έχουν περιορισμούς χώρου, καθώς και χρόνου για να προλάβουν το αυριανό ή μεθαυριανό φύλλο, ανάλογα και με τα γενικότερα ενδιαφέροντα του έντυπου, ενώ οι κριτικοί των sites, των blogs και των social media απολαμβάνουν την πολυτέλεια να γράφουν ποτάμια, ακόμα και την ίδια μέρα της δημοσιογραφικής προβολής που πάντα προηγείται.
Έτσι φτάνουμε στην Οδύσσεια του Νόλαν για την οποία είχαν γραφτεί τόσα πολλά για την παραγωγή, τους συντελεστές και τα γυρίσματα, που όταν έγινε άρση του embargo για τις κριτικές το οποίο ίσχυε μέχρι την παραμονή της Α΄ προβολής… «όποιος πρόλαβε τον Κύριον είδε».
Διάβασα λακωνικούς πρωτοσέλιδους τίτλους και κριτικές από 400 μέχρι 5.000 λέξεις, που εξηγούσαν λεπτομερώς κάθε οπτική, κάθε υποκειμενική άποψη και κάθε σύγκριση με προηγούμενες Οδύσσειες ή και ταινίες επιστημονικής φαντασίας, ή θρίλερ τρόμου και body horror.
Σταχυολόγησα λοιπόν μερικά γραπτά, από πρωτοσέλιδα banner και αποσπάσματα από κριτικές εφημερίδων μέχρι κριτικές σε κινηματογραφικά sites και blogs, για να δείτε σε τι μπελά μάς έβαλε η Οδύσσεια του Νόλαν και σας τα παραθέτω χωρίς δικά μου σχόλια.
Πρωτοσέλιδα:
• Αφρικανοποίηση των Ελλήνων με Μαύρη Οδύσσεια.
• Υπερθεαματική αλληγορία για τη Δύση… αλλά χωρίς Ιθάκη.
• Συντονισμένη προσπάθεια να παραποιηθεί ευτελώς η Ελληνική ιστορία και οι βάσεις του ελληνοθρησκευτικού πολιτισμού.
• Οδυσσέας γεμάτος τύψεις.
• Παγκόσμια φρενίτιδα για την Οδύσσεια.
• Σεβάστηκε το έπος του Ομήρου και τα διαχρονικά του μηνύματα.
• Βαθιά ανθρώπινο, απολύτως ματεριαλιστικό, αντι-υπερβατικό και αντι-μεταφυσικό έργο.
• Θεαματική αλλά σκοτεινή, βίαιη και σκληρή.
Αποσπάσματα κριτικών (σύντομων ή τεράστιων):
• Ο Νόλαν παντρεύει τον απόηχο που έρχεται από το βάθος των αιώνων με το μεταμοντέρνο καλλιτεχνικό συνειδητό του σήμερα.
• Ο Νόλαν δίστασε να συνδέσει τον μύθο με το 2026, μέσω των πολέμων, της προσφυγιάς, της οικονομικής κυριαρχίας, της πατριαρχίας και της ατέρμονης εκδίκησης. Εδώ χρειαζόταν ένας Σπάικ Λι.
• Η σκηνή της μάχης με τους μνηστήρες θυμίζει πως βρισκόμαστε στο Χόλιγουντ.
• Σε συνάρτηση με τα αναμενόμενα κλισέ ηρωικής κορύφωσης της λύτρωσης του βασιλείου της Ιθάκης (εδώ ο Οδυσσέας θυμίζει λίγο Τζέισον Μπορν), η ταινία δεν ξεφεύγει τελικά από τους περιορισμούς ενός συμβατικά θεαματικού τρόπου κινηματογραφικής αναπαράστασης.
• Δεν είναι απλώς η πιο μακάβρια ταινία του σκηνοθέτη μετά το Prestige, είναι πιθανότατα και η πιο ωμή.
• Χώρια τα παραγκωνισμένα ελληνικά, τα οποία περιορίζονται σε μία σκηνή η οποία, τουλάχιστον, βρίσκει τον μεστό Γιάννη Κοκιασμένο (Στρέλλα) σε πρώτο πλάνο.
• Η ταινία θα πρέπει να ιδωθεί ως μια ερμηνεία της Οδύσσειας και δεν θα πρέπει να αναλωθούμε σε κουβέντες περί woke κουβέντας που, νομίζω, ότι δεν έχουν κανένα νόημα.
• Η υπερπληθώρα των εφέ ενοχλεί σε ένα βαθμό, αλλά καλό θα είναι να τα αγνοήσουμε για να καταφέρουμε να μπούμε στον πυρήνα της αφήγησης.
• Μια αρχέγονη θρηνωδία. Οδυσσέας, όπως Οπενχάιμερ.
• Ατυχώς, οι 24 ραψωδίες από τις οποίες αποτελείται το πλήρες ομηρικό έπος σκορπίζονται περιληπτικά και μάλλον ανοικονόμητα (αν σκεφτεί κανείς πως η σαφώς πιο πυκνή σε αφήγηση «Οδύσσεια» του Μάριο Καμερίνι, του 1954, διαρκεί μόλις 94 λεπτά!)
• Το woke φαίνεται να κυριαρχεί στα φυλετικά θέματα για τον σκηνοθέτη.
• Η ομηρική μάχη του Κρίστοφερ Νόλαν με το αρχέτυπο της λογοτεχνίας εξανθρωπίζει θεούς και ήρωες, απλοποιεί όποτε χρειάζεται, εντυπωσιάζει ορθώνοντας ανάστημα και καλπάζει προς ένα τεταμένα χορογραφημένο φινάλε, χωρίς τη μεγάλη ιδέα της υπέρβασης.
• Αρκεί μια στιγμή συνειδητοποίησης του Οδυσσέα στην ταινία, όπου ομολογεί ότι όλα έγιναν για το ποιος θα ελέγχει τους δρόμους του εμπορίου.
• Γίνεται μια επίπονη αναμέτρηση με την ενοχή, τη μνήμη, την απώλεια και την ευθύνη των αποφάσεων που ο ίδιος πήρε για τους συντρόφους του. Καμία νίκη δεν μπορεί να ακυρώσει το τίμημα αυτών των επιλογών. Έτσι, ο δρόμος προς την Ιθάκη αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολος από τον δρόμο προς την Τροία, αφού ο ήρωας καλείται να λογοδοτήσει πρώτα στη συνείδησή του και ύστερα στην Ιστορία.
• Ο Walter Benjamin είχε γράψει κάποτε ότι κάθε τεκμήριο πολιτισμού είναι ταυτόχρονα και τεκμήριο βαρβαρότητας. Η Οδύσσεια του Christopher Nolan μοιάζει να κινηματογραφεί αυτή την ιδέα. Η επιστροφή στην Ιθάκη δεν οδηγεί σε έναν αποκατεστημένο κόσμο. Οδηγεί σε έναν κόσμο που κουβαλά ακόμη μέσα του τα ίχνη της καταστροφής.
Αυτά. Για να έχετε μια όσο το δυνατόν αντικειμενική εικόνα -μέσα από την υποκειμενική σταχυολόγησή μου- τόσο για την ταινία του Νόλαν, όσο και για την οδύσσεια του κριτικού κινηματογράφου.
