20 Ιαν 2026

Πως φτάσαμε στα ποσοστά... ενοχής

Υπάρχει ένα παλιό αστείο, που προήλθε από τις ταινίες western, το οποίο λέει ότι εκεί στην Άγρια Δύση, κάποια παλικάρια «πρώτα πυροβολούσαν και ύστερα ρωτούσαν». Μια αντιφατική έκφραση που επικράτησε για να περιγράψει ένα είδος «συνοπτικής διαδικασίας απονομής δικαιοσύνης» και ίσως λίγο πιο σύντομης από εκείνη του «λιντσαρίσματος με πίσσα και πούπουλα», ή και της «κρεμάλας», όταν έπιαναν κάποιον να κλέβει άλογο ή στα χαρτιά. Αυτά, γίνονταν πολλές φορές θέματα, τόσο στις live-action ταινίες, όσο και στα animation που είχαν σχέση με τις ιστορικές καταβολές της Αμερικής.
Η «κινηματογραφική απονομή δικαιοσύνης» στη Δύση, προχώρησε έκτοτε και δεν αρκέστηκε στο διασκεδαστικό δικαστή Ρόι Μπιν (Judge Roy Bean) του 1972, αλλά έφτασε τη δεκαετία του ‘80, να αντιμετωπίζει την εγκληματικότητα με τον «RoboCop» (1987, σε σκηνοθεσία Πολ Βερχόφεν) που συνδυάζει ανθρώπινο εγκέφαλο με μεταλλικό σώμα, υδραυλική κίνηση και τον απαραίτητο οπλισμό. 
Ο μισός άνθρωπος-μισό ρομπότ αστυνομικός, κατά τη στιγμή της σύλληψης ενός δράστη αποφάσιζε και τη θανατική καταδίκη του, αφού προηγουμένως του «διάβαζε τα δικαιώματά του», τα οποία ο «καταδικασμένος» δεν προλάβαινε όχι να τα εμπεδώσει, αλλά ούτε καν να τα «συζητήσει». Ποιος ξεχνάει αυτή την ταινία, η οποία μάλιστα έτυχε και ενός reboot το 2014 από τον Χοσέ Πατίγια.
Θα μου πείτε τώρα, γιατί δεν αναφέρεσαι σε ταινίες πιο σοβαρές (υπάρχουν τόσες) γύρω από τη δικαιοσύνη, την απονομή της, την εκτέλεση των αποφάσεών της και όλα τα συμπαρομαρτούντα. Ταινίες, που η καθεμία ακολουθεί την εποχή της. Μα διότι αυτή την εβδομάδα κυκλοφορεί «Η εσχάτη των ποινών» (Mercy, 2026) του Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ, η οποία δεν είναι απλά ένα δράμα, αλλά ανήκει και στο υποείδος cyber-thriller της επιστημονικής φαντασίας. 
Με αυτήν μεταφερόμαστε στο εγγύς μέλλον και σε ένα κόσμο με μεγάλη εγκληματικότητα και «μια δικαιοσύνη πνιγμένη στη γραφειοκρατία και το ανθρώπινο λάθος» (όπως αναφέρει βασικός χαρακτήρας της ταινίας), στον οποίο ένας αστυνομικός ντετέκτιβ δικάζεται με την κατηγορία της δολοφονίας της συζύγου του και έχει στη διάθεσή του 90 λεπτά της ώρας για να αποδείξει την αθωότητά του στην «Mercy», μια Τεχνητή Νοημοσύνη, η οποία είναι συνδεδεμένη με όλες τις βάσεις δεδομένων, όλα τα κινητά, όλες τις κάμερες και του δίνει τη δυνατότητα μέσα από πολλές οθόνες να μειώσει το ποσοστό ενοχής του κάτω από το 92% ή και να το αυξήσει θανατηφόρα, αν προκύψει κάποιο νέο στοιχείο. Ένα είδος αυστηρής και απόλυτης κυβερνο-δικαιοσύνης, ο οποίο ο ντετέκτιβ υποστήριζε μεν ένθερμα, αλλά μέχρι που ήρθε η στιγμή να αποφασίσει εκείνη για την τύχη του. 
Ζούμε στο 2026 σε έναν ταραγμένο κόσμο και ο Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ φαντάζεται ότι πολύ σύντομα, «η ποινική δικαιοσύνη θα ασκείται από την Τεχνική Νοημοσύνη», όπως άλλωστε αναφέρει και ένα από τα taglines της ταινίας. Ένα άλλο tagline είναι: «Απόδειξε την αθωότητά σου στην ΤΝ, αλλιώς αντιμετώπισε την εκτέλεσή σου». Όχι και πολύ μακριά από το «Πρώτα πυροβολούμε και ύστερα κάνουμε ερωτήσεις», αλλά και αρκετά κοντά στην αντιτρομοκρατική δικαιοσύνη του: «Είσαι ένοχος, μέχρις αποδείξεως της αθωότητάς σου».
Και να σκεφτούμε ότι στον κινηματογράφο κατά τη δεκαετία του ’90, η sci-fi δικαιοσύνη δεν χρησιμοποιούσε ακόμα Τεχνητή Νοημοσύνη για να δικάσει τα εγκληματικά περιστατικά. Χρησιμοποιούσε εκπαιδευμένους ανθρώπους που είχαν τον απόλυτο ρόλο δικαστή, ενόρκου και εκτελεστή, όπως ο «Judge Dredd» (1995) του Ντάνι Κάνον. Παραβλέποντας την περιπετειώδη πλευρά της ταινίας και την καταιγιστική δράση της, βλέπουμε τη δικαιοσύνη του Δικαστή Ντρεντ με τη μορφή του Σιλβέστερ Σταλόνε να απονέμεται στο πεδίο με σκληρότητα και κυνισμό, εφαρμόζοντας -κατά κάποιο τρόπο- το λατινικό ρητό: «Σκληρός ο νόμος, αλλά νόμος» (Dura lex, sed lex).
Και ύστερα, μέσα στην πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, ήρθε η ταινία «Minority Report» (2002) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, στην οποία υπάρχει ένα σύστημα που προβλέπει τα εγκλήματα πριν συμβούν και εκεί πλέον δεν γίνεται κανονική δίκη. Στην περίπτωση αυτή, εάν υπάρχει υποψία ότι είσαι μελλοντικός ένοχος, θα πρέπει να αποδείξεις την αθωότητά σου, αφού αναλογιστείς και ο ίδιος τι έγκλημα πρόκειται να κάνεις. 
Αυτή η ταινία εμπνευσμένη από μια νουβέλα του Φίλιπ Ντικ έφερε τεράστια αλλαγή στο υποείδος cyber-justice, έχοντας επηρεαστεί προηγουμένως από τα νέα συστήματα αμύνης της κοινωνίας απέναντι στα τρομοκρατικά χτυπήματα. 
Η πρόληψη, σε μια κοινωνία που δεν ήταν προετοιμασμένη να δεχτεί τρομοκρατικά  χτυπήματα μέσα σε εμπορικά κέντρα, εμφανίζεται να είναι απαραίτητη και ισχυρότερη από την καταστολή, γι’ αυτό και οι προσπάθειες βελτίωσης του συστήματος, οδήγησαν στη δημιουργία βάσεων δεδομένων, οι οποίες τροφοδοτούνται με τόσα στοιχεία, που η σκέψη για αντικατάσταση της δικαιοσύνης με μια Τεχνητή Νοημοσύνη κάνει την εμφάνισή της στην ισπανική «Justicia Αrtificial» (2024), της Σιμόν Καζάλ, όπου η κυβέρνηση σκοπεύει να αντικαταστήσει τους δικαστές με ένα λογισμικό ΤΝ. Μια διακεκριμένη δικαστής, έχει προσκληθεί να αξιολογήσει τη διαδικασία της μετατροπής, αλλά όταν η δημιουργός του λογισμικού σκοτώνεται σε αυτοκινητικό δυστύχημα, αρχίζει να υποπτεύεται πως η όλη υπόθεση δεν είναι τόσο αντικειμενική και αθώα όσο δείχνει. 
Ανεξάρτητα από την whodunnit ιδέα της συγκεκριμένης ταινίας (η οποία στη χώρα μας ανέβηκε σε πλατφόρμα με τον ελληνικό τίτλο «Τεχνητή Δικαιοσύνη»), το θέμα είναι ότι μπαίνει σοβαρά, το ζήτημα αντικατάστασης των δικαστικών αρχών από μηχανές ΤΝ, που με τη σειρά του, θέτει ηθικά διλλήματα (και πολιτικά) απέναντι σε «ρεαλιστικές» λύσεις. Η ιδέα δε, που εισάγεται σιγά-σιγά είναι ότι η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι κακή, αρκεί να χρησιμοποιείται σωστά. 
Πόσο σωστά, όμως μπορεί να χρησιμοποιείται όταν λειτουργεί με αλγόριθμους και ποσοστά, που δεν δείχνουν κανένα έλεος (mercy); 
Διαθέτουμε λίγο παραπάνω (από 90΄) χρόνο για να το σκεφτούμε, μιας και η υπόθεση της ταινίας του Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ διαδραματίζεται μόλις το 2029.-