Βρισκόμαστε στο 1956. Ο Ακίρα Κουροσάουα και ο Κένζι Μιζογκούτσι είχαν
ήδη κάνει διάσημο το ιαπωνικό σινεμά με τους «Επτά σαμουράι» και το
«Ουγκέτσι Μονογκατόρι» αντίστοιχα. Εκείνη την χρονιά ο σκηνοθέτης Κον
Ιτσικάουα θα γύριζε την τρίτη ταινία της μεγάλης τριάδας του ιαπωνικού
σινεμά: την «Άρπα της Βιρμανίας», βασισμένη σε μια παιδική νουβέλα του
Μίτσιο Τακεγιάμα.
Χωρίς να αγνοεί τη σκληρή και απάνθρωπη πλευρά του πολέμου που αφήνει πίσω του μία εκατόμβη θυμάτων, ο Κον Ιτσικάουα αντιπαραθέτει την ανορθόδοξη πορεία του ήρωά του ως μία μυστικιστική διαδρομή - αντίδοτο στη φρίκη που τον περιτριγυρίζει.
Από τις καλύτερες ταινίες του σπουδαίου Ιάπωνα δημιουργού, «Η Άρπα της Βιρμανίας» είναι ένα ελεγειακό, αντιπολεμικό αριστούργημα, όπου η ομορφιά συνυπάρχει με τον θάνατο.
Χωρίς να αγνοεί τη σκληρή και απάνθρωπη πλευρά του πολέμου που αφήνει πίσω του μία εκατόμβη θυμάτων, ο Κον Ιτσικάουα αντιπαραθέτει την ανορθόδοξη πορεία του ήρωά του ως μία μυστικιστική διαδρομή - αντίδοτο στη φρίκη που τον περιτριγυρίζει.
Από τις καλύτερες ταινίες του σπουδαίου Ιάπωνα δημιουργού, «Η Άρπα της Βιρμανίας» είναι ένα ελεγειακό, αντιπολεμικό αριστούργημα, όπου η ομορφιά συνυπάρχει με τον θάνατο.









