Όταν πήγα να δω «Το σώμα» είχα στο νου μου κάτι από την «Εισβολή»
(2007) του Όλιβερ Χίρσμπιγκελ με τη Νικόλ Κίντμαν, αυτό το ριμέικ της
«Μακάβριας εισβολής» (1978) του Φίλιπ Κάουφμαν με τον Ντόναλντ
Σάδερλαντ ή ακόμα και κάτι από το «Starman» (1984) του Τζον Κάρπεντερ με
τον Τζεφ Μπρίτζες, που ενώ έχει πεθάνει, το σώμα του καταλαμβάνεται
από εξωγήινο, επιστρέφει ως ζωντανός και η χήρα τον ερωτεύεται πάλι,
έστω κι έτσι. Ακόμα και το «Ερωτεύτηκα ένα ζόμπι», που είδαμε πρόσφατα
θυμήθηκα, στο οποίο μια κοπέλα ερωτεύτηκε ένα ευαίσθητο ζόμπι και μαζί
του, άλλαξαν τη ματιά του στρατηγού πατέρα της προς τους απέθαντους. Τα
αναφέρω όλα αυτά για να μη νομίσετε, ότι υπάρχει κάποια σχέση με την
κορεάτικη σειρά «The host» (2006) του Γιό Χο Μπονγκ, με το τέρας μέσα
από το ποτάμι της Σεούλ. Έχουν δει πολλά τα μάτια μας.
Αλλά ας έρθουμε στο θέμα μας. «Το σώμα» βαδίζει πάνω στα χνάρια του
μύθου της σειράς ταινιών «Λυκόφως» της Στέφανι Μέγιερς και δυστυχώς ο
Άντριου Νίκολς που μας είχε χαρίσει την ωραία περιπέτεια «Gattaca» δεν
αξιοποίησε την όχι και πρωτότυπη αυτή ιστορία.
Στην ταινία, έχουμε μια εξωγήινη που μπαίνει στο σώμα μιας νέας και
ερωτεύεται ένα γήινο και ταυτόχρονα έχουμε και τον έρωτα της κοπέλας
(που φιλοξενεί μέσα της την εξωγήινη) με το δικό της φίλο. Ένα σώμα,
δηλαδή, με δύο ψυχές (τη γήινη και την εξωγήινη) ερωτευμένες με δύο
νέους, που δεν ξέρουν τι να κάνουν.
Τουλάχιστον, αν υπήρχε κάποια δράση, θα μπορούσαμε να μη βαρεθούμε, αλλά δράση δεν υπάρχει και η εξέλιξη του αγαπησιάρικου αυτού μύθου είναι πολύ αργή και πλαδαρή.
Τουλάχιστον, αν υπήρχε κάποια δράση, θα μπορούσαμε να μη βαρεθούμε, αλλά δράση δεν υπάρχει και η εξέλιξη του αγαπησιάρικου αυτού μύθου είναι πολύ αργή και πλαδαρή.
Ίσως το κοινό από 13 ετών (που θεωρείται κατάλληλη η ταινία) μέχρι
18 να έχει διαφορετικές προτιμήσεις, όπως άλλωστε φάνηκε και από τη
σειρά Twilight.
Υπόθεση: Η ταινία μας μεταφέρει στο μέλλον, όπου ο πλανήτης Γη έχει καταληφθεί από
έναν αθέατο








