9 Οκτ 2026

Ριφιφί (σειρά)

Είδα πρόσφατα στον Alpha την τηλεοπτική σειρά «Ριφιφί» του Σωτήρη Τσαφούλια, η οποία βασίζεται στο πραγματικό γεγονός της μεγάλης ληστείας που είχε γίνει στην Τράπεζα Εργασίας το Δεκέμβριο του 1992, με λεία 5 δισεκατομμύρια δραχμές(!) που αντιστοιχούν σε περίπου 15 εκατομμύρια ευρώ. Το «ριφιφί του αιώνα» όπως το αποκάλεσαν αργότερα, ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα η εντυπωσιακότερη ληστεία τράπεζας στην Ελλάδα, ενώ το γεγονός ότι οι δράστες δεν βρέθηκαν ποτέ, ίσως την κάνει ακόμα πιο μυστήρια. Πριν προχωρήσω στον σχολιασμό της ταινίας, αξίζει να θυμηθούμε την ιστορία, όπως αποκαλύφθηκε τότε. 
Το πρωί της Δευτέρας 21 Δεκεμβρίου 1992, οι υπάλληλοι του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας Νέου Κόσμου στην οδό Καλλιρόης 19, βρήκαν μία τρύπα στο θωρακισμένο υπόγειο και 301 από τις συνολικά 1151 θυρίδες, άδειες. Οι δράστες είχαν σκάψει ένα τούνελ 23 μέτρων κάτω από την οδό Καλλιρόης, εκμεταλλευόμενοι το γεγονός ότι εκεί βρισκόταν η κοίτη του ποταμού Ιλισσού, η οποία αποτέλεσε και την είσοδό του.
Εκείνο που προξένησε τη μεγαλύτερη εντύπωση τότε, ήταν το μέγεθος του έργου που έφεραν εις πέρας, το οποίο ήταν αδιανόητο. Ακολούθησαν όλους τους κανόνες στατικής και ασφάλειας, έλυσαν το πρόβλημα του εξαερισμού και με υποστυλώματα κρατούσαν το έδαφος χωρίς να υποχωρήσει, ενώ κατά μήκος του 23 μέτρων τούνελ είχαν εγκαταστήσει ράγες πάνω στις οποίες κινούταν ένα μικρό βαγόνι, στο οποίο τοποθετούσαν τα μπάζα από την εκσκαφή και τα μετέφεραν έξω. Τα μπάζα είχε υπολογιστεί ότι ισοδυναμούσαν με δέκα φορτηγά, οπότε άλλο ένα μυστήριο ήταν το πού μεταφέρθηκαν όλα αυτά τα μπάζα. Κανείς δεν είδε τους δράστες να βγάζουν το χώμα, όπως κανείς δεν έμαθε και ποτέ πού το πήγαν.
Οι δράστες θα πρέπει να χρειάστηκαν πάνω από δέκα μέρες για να σκάψουν το τούνελ, ενώ αργότερα έγιναν αναφορές για περίεργους ήχους που άκουγαν οι κάτοικοι της περιοχής. Οι δράστες ήταν ντυμένοι σαν εργάτες της ΕΥΔΑΠ, δεν κίνησαν υποψίες, μέχρι που έγινε γνωστό ότι η «αποχέτευση» την οποία υποτίθεται πως επισκεύαζαν, ήταν η είσοδος του τούνελ. Τα μόνα ευρήματα που βρέθηκαν στο τούνελ μετά τη ληστεία, ήταν μία ηλεκτρογεννήτρια, το βαγόνι, μερικά εργαλεία και ένας χάρτης της περιοχής. Τίποτα άλλο που θα μπορούσε να οδηγήσει στη σύλληψή τους.
Οι δράστες όταν ολοκλήρωσαν το σκάψιμο, βρέθηκαν μπροστά στη θωράκιση του υπογείου της τράπεζας που ήταν ατσάλι σχεδόν πέντε εκατοστών. Όχι και πολύ θα λέγαμε. Κατάφεραν να το διαρρήξουν και να μπουν στο υπόγειο, χρησιμοποιώντας ένα απλό επαγγελματικό σετ οξυγονοκόλλησης, χωρίς να ανησυχούν για την ενεργοποίηση του συναγερμού. Βέβαια, τα μέτρα ασφαλείας ήταν πολύ πιο χαλαρά σε σχέση με σήμερα. Έτσι, ο διευθυντής της τράπεζας που πήγε ο ίδιος να δει τι συμβαίνει και ο υπεύθυνος ασφαλείας θεώρησαν ότι ο συναγερμός που χτύπησε 4 φορές μέσα στο Σαββατοκύριακο ήταν False Alarm μιας και δεν υπήρχε ένδειξη παραβίασης της κεντρικής εισόδου. 
Οι έρευνες της αστυνομίας δεν οδηγούσαν πουθενά. Τελικά, στις 12 Ιανουαρίου 1993 ανακαλύφθηκαν τυχαία σε μια παραλία της Βραυρώνας ομόλογα και επιταγές που προέρχονταν από το υποκατάστημα του Νέου Κόσμου και ο τότε αρχηγός της Ελληνικής Αστυνομίας Στέφανος Μακρής, δήλωσε μπροστά στις κάμερες: «Βρέθηκαν επιπλέοντα της θαλάσσης, κουτιά που είχανε μέσα διάφορα αντικείμενα πιθανώς κοσμήματα. Βρέθηκαν διάφορες σακούλες, γραμμάτια και συναλλαγματικές. Γίνονται περαιτέρω έρευνες για ανεύρεση τυχόν και άλλων αντικειμένων ή εντοπισμό σκάφους». Η άποψη ότι διέφυγαν ακτοπλοϊκώς, είναι και η πλέον επικρατούσα μέχρι και σήμερα. Να αναφερθεί επίσης ότι, τα 200 εκατομμύρια δραχμές, με τα οποία επικήρυξε η τράπεζα τους ληστές δεν έφεραν κανένα αποτέλεσμα.
Δυο χρόνια μετά, τον Ιούλιο του 1994, ένας Σύρος κρατούμενος στον Κορυδαλλό, ισχυρίστηκε ότι γνώριζε τους δράστες επειδή είχε πάρει και ο ίδιος μέρος «κρατώντας τσίλιες», όπως θα πει on camera μέσα από την κλούβα της αστυνομίας. Είπε επίσης, ότι είχε σχεδιάσει τα υποστυλώματα που χρησιμοποιήθηκαν στο τούνελ, έναντι 30 εκατομμυρίων δραχμών, αλλά μετά το ριφιφί του έδωσαν μόνο 3 εκατομμύρια. Γι’ αυτό τους κάρφωσε. Επιπλέον, ο Σύρος κρατούμενος κατονόμασε 17 στελέχη της τράπεζας ως συνεργούς εκ των έσω. Όμως το Νοέμβριο του ίδιου έτους πήρε πίσω τους ισχυρισμούς του μιλώντας πάλι στην τηλεόραση και τελικά, το 1995, το Συμβούλιο Εφετών με βούλευμά του, απάλλαξε όλα τα στελέχη από όλες τις κατηγορίες.
Γραφτήκαν πολλά σενάρια στις εφημερίδες για τη ληστεία. Ένα από αυτά, ήταν η στενή συγγένεια μελών της τρομοκρατικής οργάνωσης, Επαναστατικός Λαϊκός Αγώνας, (ΕΛΑ), με υπαλλήλους άλλων υποκαταστημάτων της Τράπεζας Εργασίας, οι οποίοι βοήθησαν στην οργάνωση της ληστείας. Άλλο ένα, αφορούσε σε μέλη της ιταλικής μαφίας, που χρησιμοποιώντας κάποιον Έλληνα ως σύνδεσμο ήρθαν στη χώρα μας και μετέφεραν το know how. Ένα άλλο ανέφερε ότι μέσα στις θυρίδες κρυβόταν κοκαΐνη και αυτός ήταν ο λόγος που η τράπεζα έκανε τα στραβά μάτια και δεν βοήθησε την αστυνομία με περισσότερα στοιχεία, ενώ υπήρξαν και κάποια περισσότερο ευφάνταστα σενάρια, που ήθελαν υψηλά ιστάμενα στελέχη της αστυνομίας αναμεμειγμένα στη ληστεία. Από σενάρια άλλο τίποτα… Μέχρι που ήρθε ο Σωτήρης Τσαφούλιας και μετουσίωσε σε εικόνες «σκανδιναβικού δραματικού θρίλερ» το σενάριο της «εκδίκησης» γραμμένο από τους Βασίλη Ρίσβα και Δήμητρα Σακαλή. Κανείς δεν το είχε φανταστεί τότε.
Ουσιαστικά, η σειρά των έξι επεισοδίων του Τσαφούλια, είναι ένα θρίλερ εκδίκησης που επικεντρώνεται στους χαρακτήρες των ληστών, οι οποίοι δεν νοιάζονται για το χρήμα, αλλά θέλουν μόνο να δυσφημίσουν την τράπεζα, χτυπώντας την αξιοπιστία της (τις θυρίδες ασφαλείας), επειδή σε κάποια στιγμή της ζωής τους, τούς έβλαψε οικονομικά και ηθικά. Ασχολείται περισσότερο με τα προκαταρτικά της ληστείας και παράλληλα, με χρήση flashback, μας δείχνει επτά διαφορετικές και πραγματικά συγκινητικές ιστορίες ανθρώπων περιθωριοποιημένων εξ αιτίας των αυστηρών κανονισμών της τράπεζας, που πρέπει να θυμίσουμε είναι κερδοσκοπικό και όχι φιλανθρωπικό ίδρυμα. 
Η Όλγα, την οποία υποδύεται με λιτή εκφραστικότητα η Ευαγγελία Μουμούρη, έχει χάσει την οικογένειά της και διαχειριζόμενη δημιουργικά την απώλεια, αποφασίζει να εκδικηθεί την τράπεζα που τη θεωρεί υπεύθυνη για όσα της συνέβησαν: από ένα τυπικό λάθος η τράπεζα κλείνει τον ερανικό λογαριασμό που είχε ανοιχθεί για να χειρουργηθεί στο εξωτερικό ο μικρός γιός της, δεν της δίνουν τα χρήματα, το παιδί πεθαίνει και ο άντρας της επίσης, από καρδιακή προσβολή όταν μαθαίνει το νέο. Οπότε, χήρα πλέον και επειδή εργάζεται στην εταιρία υδρεύσεως και αποχετεύσεως ( ΕΤΥΔΑΠ, στην ταινία) οργανώνει την επιχείρηση της ληστείας με τα μέσα που διαθέτει. Κλέβει τα σχέδια αποχέτευσης της περιοχής, κατασκευάζει μακέτες εγκαταστάσεων επιφανείας και υπεδάφους (μόνη της), υπολογίζει βάθη, υφή και αντοχές εδάφους (διότι από πάνω υπάρχει δρόμος ευρείας κυκλοφορίας που οδηγεί στη λεωφόρο Συγγρού), αποστάσεις, διάρκεια τρυπήματος, υπολογισμούς ντεσιμπέλ για το θόρυβο, χρόνους εκσκαφής, τρόπους μεταφοράς μπαζών και κλοπιμαίων, τα πάντα όλα. Ειδικά για τα μπάζα, φροντίζει το τούνελ να είναι κοντά στον υπόγειο ποταμό Ιλισσό και τα διοχετεύει εκεί γι’ αυτό και δεν τα βλέπει κανείς στην επιφάνεια.
Στη συνέχεια, ψάχνει σταδιακά για συνεργάτες και παρακολουθώντας τις ζωές μερικών αντρών που έχουν και αυτοί πληγωθεί από την τράπεζα αμέσως ή εμμέσως, τους καλεί και τους εξηγεί το σχέδιο. Στο σχέδιό της, συμμετέχουν ο Μανώλης (Χρήστος Χατζηπαναγιώτης), ο Νίκος (Βασίλης Χαραλαμπόπουλος), ο Αντώνης (Βλαδίμηρος Κυριακίδης), ο Βάκης (Πάνος Βλάχος), ο Μιχάλης (Προμηθέας Αλειφερόπουλος), ο Αργύρης (Δήμος Γιγαντάκης) και στην εξέλιξη, ο Θέμης (Αχιλλέας Ζέρβας), τις ιστορίες των οποίων βλέπουμε σε flashback, όπως προανάφερα. Άλλες δραματικές και άλλες μελοδραματικές, πασπαλισμένες με δόσεις έξυπνου χιούμορ, που συνολικά συγκινούν το θεατή χάρη και στις ερμηνείες των έξοχων ηθοποιών με κορυφαία την Μουμούρη, οι οποίοι εκτός του ότι έχουν καλή χημεία μεταξύ τους, δίνουν και συναισθηματικό βάθος στους ρόλους τους.
Αυτό το σενάριο του Ριφιφί δεν κυκλοφόρησε το 1992, για να πάρουν άλλη πορεία οι έρευνες. Έτσι, χάθηκε μια ευκαιρία και μπράβο στον Σωτήρη Τσαφούλια, που το αξιοποίησε με σφιχτό σκηνοθετικό ρυθμό και μαζί με τον Κλαούντιο Μπολιβάρ στη διεύθυνση φωτογραφίας και με το σωστό μοντάζ του Γιώργου Γεωργόπουλου δημιούργησαν αυτή την αξιόλογη δραματική σειρά εκδίκησης και ληστείας, η οποία αποτελεί επιπλέον και έναν ύμνο στη γυναικεία δύναμη θέλησης, ευρηματικότητας και δημιουργικότητας.