8/2/20

«Μηχανές σαν κι εμένα» του Ίαν ΜακΓιούαν

Με φόντο έναν κόσµο όχι ακριβώς όµοιο µε τον δικό µας, το μυθιστόρημα «Μηχανές σαν κι εμένα» του Ίαν ΜακΓιούαν (Νόμος Περί Τέκνων και On Cecil Beach, οι πρόσφατες ταινίες πάνω σε βιβλία του) παρακολουθεί δυο εραστές που περνούν µια δοκιµασία η οποία υπερβαίνει τα όρια της κατανόησης και της αντοχής τους.

Το «Μηχανές σαν κι εµένα» διαδραματίζεται στο Λονδίνο της δεκαετίας του 1980, μόνο που η ιστορία είναι «λίγο αντεστραμμένη»: η Βρετανία έχει ηττηθεί στον Πόλεµο των Φόκλαντ, η Μάργκαρετ Θάτσερ δίνει µάχη µε τον Τόνυ Μπεν για την εξουσία και ο Άλαν Τιούρινγκ, -που ζει ακόμα ενώ στην πραγματικότητα είχε πεθάνει το 1954- επιφέρει επαναστατική τοµή στον τοµέα της τεχνητής νοηµοσύνης. 
Με αυτό το αντεστραμμένο ιστορικό φόντο, ο Τσάρλι, ένας 33χρονος ανθρωπολόγος που δοκιµάζει την τύχη του στο χρηµατιστήριο αποφεύγοντας συνειδητά την εργασία πλήρους απασχόλησης, είναι ερωτευµένος µε τη Μιράντα µια έξυπνη φοιτήτρια που κρύβει ένα τροµερό µυστικό. Όταν κληρονοµεί ένα σεβαστό ποσό, αγοράζει τον Αδάµ, ένα από τα πρώτα ανδροειδή που αναπαράγουν πιστά το σώµα και τις νοητικές λειτουργίες του ανθρώπου και µε τη βοήθεια της Μιράντας σχεδιάζει την προσωπικότητά του. 
Το σχεδόν τέλειο ανδροειδές που προκύπτει είναι ωραίο, δυνατό και ευφυές, τόσο που αργότερα θα σχηµατισθεί ένα ερωτικό τρίγωνο ανάµεσα σ’ αυτό, στον Τσάρλι και στη Μιράντα, φέρνοντας τους δυο νέους αντιµέτωπους µε ένα βαθύ ηθικό δίληµµα.
Η βασική ιδέα γύρω από την οποία περιστρέφεται το μυθιστόρημα του ΜακΓιούαν για τη ζωή των δυο εραστών και την επαφή τους με το υπερνοήμον ανδροειδές, έχει αναπτυχθεί παλαιότερα σε δυο μυθιστορήματα του Φίλιπ Ντικ (Ο Άνθρωπος στο Ψηλό Κάστρο και Blade Runner) και ένα του Άρθουρ Κλαρκ (2001: Οδύσσεια του Διαστήματος). 
Στο πρώτο από τα τρία, η υπόθεση διαδραματίζεται αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τον οποίο έχουν κερδίσει οι Δυνάμεις του Άξονα και την Καλιφόρνια την κουμαντάρουν οι Γιαπωνέζοι, ενώ τη Νέα Υόρκη οι Ναζί. Όλοι μαζί επηρεάζουν την κουλτούρα σε όλο τον κόσμο, κατακτούν το Φεγγάρι και τους πλανήτες, ενώ την ίδια εποχή ένας συγγραφέας -απομονωμένος σε ένα βουνό- γράφει Επιστημονική Φαντασία κατά την οποία ο πόλεμος κερδήθηκε από τους Συμμάχους και δημιουργεί προβλήματα. 
Στο Blade Runner ανθρωποειδή-εργάτες τα οποία αποκτούν ενσυναίσθηση, επιστρέφουν στη Γη για να συναντήσουν το Δημιουργό τους και μαζί με τον διώκτη τους (τον Ντέκαρτ) αντιμετωπίζουν δίλλημα ύπαρξης. Τέλος, στο «2001» πραγματοποιείται η πρώτη ίσως μάχη μεταξύ ανθρώπου και μηχανής, που αποκτά ενσυναίσθηση και επιδιώκοντας την επικράτησή της αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. Σχεδόν όπως και ο Αδαμ του Μακ Γιούαν, που από τη στιγμή που ενεργοποιείται προσπαθεί να κατανοήσει την ανθρώπινη καρδιά, αφού… ερωτεύεται τη Μιράντα του Τσάρλι, η οποία μάλιστα ενδίδει για «να πειραματισθεί».
Όλα καλά ως εδώ, αλλά η ιδέα του ΜακΓιούαν εξαντλείται και από τη μέση του βιβλίου και ύστερα κάπου αρχίζει να κουράζει με λεπτομέρειες φυσικής και βιοτεχνολογίας . Η επιμονή στην αναζήτηση της αλήθειας από τον Αδάμ που δεν μπορεί να κατανοήσει τις κοινωνικές σκοπιμότητες, αλλά και το πόσο σχετικά είναι τα όρια ηθικής και ανηθικότητας είναι ελκυστικό θέμα, το οποίο μαζί με το μυστικό που κρύβει η Μιράντα δημιουργούν κάποιο suspense για την περαιτέρω ανάγνωση, αλλά η αναμφισβήτητα λογοτεχνική στόφα του ΜακΓιούαν μαζί με τις «τεχνικές» λεπτομέρειες που απαιτεί ο χώρος της επιστημονικής φαντασίας, δεν «παντρεύονται» αρμονικά και ενώ πλησιάζεις προς το φινάλε δείχνουν να βρίσκονται «σε διάσταση» λίγο πριν επέλθει το «διαζύγιο».
Για τους αναρίθμητους φίλους του ΜακΓιούαν όμως, το «Μηχανές σαν κι εµένα» (εκδ. Πατάκη, μετάφραση Κατερίνας Σχινά) δεν παύει να είναι ένα ανατρεπτικό µυθιστόρηµα που θέτει το ερώτηµα: «αν µια µηχανή µπορεί να κατανοήσει την ανθρώπινη καρδιά, ή αν –τελικά- είναι οι ίδιοι οι άνθρωποι που τους λείπει η κατανόηση και η ενσυναίσθηση», όπως αναφέρει και το οπισθόφυλλο.