10/1/12

Κοτόπουλο με δαμάσκηνα

Βρισκόμαστε στην Τεχεράνη το 1958. Ο αφηγητής μας μιλάει για τον Νασέρ Αλί Καν, ο οποίος προσπαθεί να αντικαταστήσει το σπασμένο του βιολί, αλλά δεν βρίσκει κάποιο σαν αυτό που είχε, απογοητεύεται και αποφασίζει να πεθάνει μένοντας νηστικός στο κρεβάτι του. Και πεθαίνει, στην αρχή της ταινίας. Με χιούμορ όμως, ο αφηγητής μας πηγαίνει πίσω, στη ζωή του Νασέρ Αλί για να διαπιστώσουμε σιγά-σιγά τους πραγματικούς λόγους της απόφασής του. Πραγματικά, το σπασμένο βιολί είναι μόνον η αφορμή για να αποφασίσει να αυτοκτονήσει. Ταξιδεύοντας προς τα πίσω με αλλεπάλληλα flashbacks βλέπουμε τον Νασέρ Αλί να ζει μια ζωή που ουσιαστικά δεν τη θέλει. Παντρεύεται με προξενιό, με μια γυναίκα που δεν καταλαβαίνει από μουσική, δεν καταλαβαίνει τον καλλιτέχνη, το μυαλό της είναι πρακτικό και ταυτόχρονα του συμπεριφέρεται σα σκύλα. Αυτός έχει πάντοτε το νου κάπου αλλού. Είναι φευγάτος; Είναι η καλλιτεχνική του φύση; Όχι, αλλά το μυστικό του δεν λέγεται εδώ. Θα καταστραφεί η μαγεία αυτής της ταινίας, η οποία ναι, ας το ομολογήσουμε είναι μια ιστορία αγάπης, μια ιστορία μεγάλου έρωτα, μελό και με εξίσου γλυκερή μουσική, εξαιρετικές εικόνες, σκίτσα (ας μη ξεχνάμε ότι οι σκηνοθέτες έχουν φτιάξει προηγουμένως το Persepolis) και υποδόριο χιούμορ και καθώς τα κομμάτια της ιστορίας ενώνονται, κατανοούμε το οδυνηρό μυστικό του, την αγάπη που έχασε, και το βάθος της απόφασης του να πεθάνει. Κατανοούμε τέλος ότι ο αφηγητής της ταινίας είναι ο ίδιος ο Θάνατος.
Σφιχτή αφήγηση, πολύ καλές ερμηνείες, με τον Ματιέ Αμαλρίκ (με το θλιμένο και μόνιμα ταλαίπωρο ύφος του) να δίνει ρεσιτάλ στο ρόλο του Νασέρ Αλί, χωρίς να υστερούν και οι υπόλοιποι συντελεστές, ενώ η Ιζαμπέλα Ροσελίνι υποδύεται την καταπιεστική μητέρα του.
Πέραν του αισθήματος, η ταινία δίνει την ευκαιρία στο θεατή να γνωρίσει μια διαφορετική Περσία, με τα δικά της ήθη και έθιμα, τα οποία προκύπτουν από τους υπαινιγμούς της ταινίας.
Άρτια, λυρική, γνήσιος κινηματογράφος. Θα έλεγα να τη δείτε οπωσδήποτε.

8/1/12

Ανοίγω το φάκελλο του OSS 117

Με αφορμή τη βραβευμένη κωμωδία του Μισέλ Χαζαναβίσιους The artist με πρωταγωνιστή τον Ζαν Ντιζαρντέν

Θυμίζει τον Τζέιμς Μποντ της εποχής του Δρ Νο, του Χρυσοδάκτυλου και της περιπέτειας «από τη Ρωσία με αγάπη». Είναι γοητευτικός, ντύνεται κομψά σαν αυτόν, έχει τον αέρα του κοσμοπολίτη, περιστοιχίζεται από όμορφα κορίτσια βαδίζει και κινείται σαν αυτόν και το κυριότερο μοιάζει κάπως με τον Σόν Κόνερι στα νιάτα του. Με μια μεγάλη διαφορά, ότι είναι γκαφατζής σαν τον επιθεωρητή Κλουζό της σειράς «Ροζ πάνθηρ» και εξίσου αλαζόνας. Θεωρεί όλους τους άλλους ηλίθιους, είναι ρατσιστής, αντιφεμινιστής και τελικά μέσα από ευτυχείς συμπτώσεις καταφέρνει να διεκπεραιώνει την αποστολή του.
Πρόκειται για τον μυστικό πράκτορα OSS 117, όπως τον επανέφερε στο σινεμά ο γάλλος σκηνοθέτης Μισέλ Χαζαναβίσιους, ο οποίος αφού κατάφερε να σπάσει τα ταμεία στη Γαλλία με την πρώτη του ταινία το 2006 (OSS 117: Le Caire nid d'espions - Αποστολή στο Κάιρο), το 2008 έστειλε τον ήρωά του στο Ρίο με την ταινία «OSS 117: Rio Ne Répond Plus» (ελλ. τίτλος: Ο κατάσκοπος που γύρισε απ’ το Ρίο) με την ίδια απλή συνταγή: Μίμηση του στυλ Μποντ, αντιγραφή των εξωτικών ντεκόρ των ταινιών Δρ Νο και Χρυσοδάκτυλος και αναφορές σε άλλες ταινίες, οι υποθέσεις των οποίων διαδραματίζονταν στο Κάιρο (π.χ. «Ο άνθρωπος που γνώριζε πολλά» του Χίτσκοκ). Η συνταγή, διαθέτει επίσης, δράση και περιπέτεια χωρίς εκρηκτικά ειδικά εφέ και ισχυρή δόση γαλλικού χιούμορ, με ένα στυλ που δημιουργεί νέα σχολή, πάνω στα χνάρια του «Χωροφύλακα» (του αείμνηστου Λουΐ Ντε Φυνές) και του «Φαντομά».

The artist

Αυτός θυμίζει Ροδόλφο Βαλεντίνο. Πρωταγωνιστής του βωβού κινηματογράφου γεμάτος αυτοπεποίθηση και ικανοποιημένος από τη δημόσια εικόνα του. Εκείνη ασήμαντη, αλλά φιλόδοξη να κάνει καριέρα στο Χόλιγουντ. Θα συνατηθούν τυχαία και αυτός με τη δύναμη του υπερπρωταγωνιστή θα τη βοηθήσει να ανέλθει στο χώρο. Όμως η έλευση του ομιλούντος θα τον υποχρεώσει να αποσυρθεί. Εγωιστής στο έπακρο, σίγουρος ότι η ομιλούσες ταινίες δεν θα πετύχουν, επιμένει στο βωβό και επενδύει όλη του την περιουσία σε παραγωγές βωβές, ενώ ο ομιλών κινηματογράφος καλπάζει και μαζί με αυτόν η νεαρή κοπέλα που είχε βοηθήσει. Θα γίνει μεγάλη πρωταγωνίστρια και εκείνος θα φτάσει στο έσχατο σημείο μη δεχόμενος καμία βοήθεια. Εκείνη όμως τον βοηθά χωρίς να φαίνεται...
Όλη υπόθεση διαδραματίζεται στα βουβά, με την ανάλογη μουσική της δεκαετίας του '20. Μόνο που η ταινία είναι γυρισμένη το 2011 από τον Μισέλ Χαζαναβίσιους (που είχε γυρίσει τις σατιρικές ταινίες με τον πράκτορα OSS117). Πρωταγωνιστές σ' αυτή την ασπρόμαυρη και (επαναλαμβάνω) βωβή παραγωγή είναι ο Ζαν Ντιζαρντέν (ο πράκτωρ OSS117 στις ταινίες του Χαζαναβίσιους) και η Μπερενίς Μπεζό, οι οποίοι παίζουν εξαιρετικά.
Αυταρέσκεια, εγωισμός, πραγματική αγάπη αναμιγνύονται σ' αυτή τη σφιχτοδεμένη ταινία που δείχνει ότι κανείς δεν είναι αναντικατάστατος και πως η εξέλιξη τρέχει αφήνοντας πίσω αυτούς που δεν θέλουν να προσαρμοστούν.
Η ταινία δεν είναι βαρετή και διαθέτει σκηνές με χιούμορ και συγκίνηση (καλύτερες: η σκηνή με τον εφιάλτη του πρωταγωνιστή στον οποίο όλοι ακούγονται εκτός από τον ίδιο και η σκηνή με την κοπέλα που περνώντας το χέρι της στο μανίκι του σακακιού του, χαϊδεύεται σα να πρόκειται για το χέρι του).
Με τις αναφορές σε παλιές ταινίες και πρωταγωνιστές του βωβού, αποτίει φόρο τιμής στο παρελθόν, στην ιστορία του κινηματογράφου. Πρόκειται για γνήσιο κινηματογράφο και ας μη ξεχνάμε ότι είναι τόλμημα να γυρίζεις εν έτει 2011 μια τέτοια ταινία (όταν τα εφέ και το ψηφιακό γύρισμα έχουν πλημμυρίσει το χώρο).

14/12/11

New Year' s Eve

Τι άλλο θα μπορούσε να έχει δημιουργήσει ο σκηνοθέτης Γκάρι Μάρσαλ για τις μέρες που έρχονται, τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, παρά μια «αγαπησιάρικη» ταινία. Μια ταινία ύμνο στην αγάπη, την ελπίδα, τη συγχώρεση, τις δεύτερες ευκαιρίες και τα νέα ξεκινήματα, όπως αναφέρει και το δελτίο τύπου της εταιρίας διανομής.
Πραγματικά, η φετινή ταινία του Μάρσαλ μοιάζει να είναι συνέχεια της περσινής «Valentine’ s Day». Μια ταινία πολλών γνωστών ηθοποιών, που υποδύονται ζευγάρια ή μοναχικούς ανθρώπους, οι οποίοι περιμένουν με αγωνία τη στιγμή που θα αλλάξει ο χρόνος: Ο άρρωστος πατέρας στο νοσοκομείο (Ρόμπερτ Ντε Νίρο) που περιμένει την κόρη (Χίλαρι Σουάνκ), η οποία όμως τρέχει και δεν φτάνει ως υπεύθυνη της γιορτής, η οποία πρέπει να βρει ηλεκτρολόγο να διορθώσει τα λαμπάκια της τεράστιας μπάλας, που θα κυλήσει στα τελευταία δευτερόλεπτα πριν το νέο έτος. Η μεσήλικας, ας πούμε, Μισέλ Πφάιφερ που τα παρατά όλα για να ζήσει μέσα σε λίγες ώρες, όσα δεν έκανε μια ολόκληρη ζωή και μπλέκει με ένα νεαρό που τις κάνει όλα τα τρελά χατίρια. Η Χάλι Μπέρι, που υποδύεται τη νοσοκόμα του Ντε Νίρο και τα παρατά όλα, επίσης, για να καθίσει δίπλα του. Ο Άστον Κούτσερ, που δεν πολυσυμπαθεί τις γιορτές και τα πανηγύρια, αλλά κλείνεται με μια τελείως αντίθετη σε αντιλήψεις στο ασανσέρ όλο το βράδυ. Ο Τζον Μπον Τζόβι που πρόκειται να τραγουδήσει το τραγούδι της πρωτοχρονιάς στην πλατεία και έχει μια προβληματική σχέση με την Κάθριν Χάιλ, ο Τζος Ντουχάμελ, η Σάρα Τζέσικα Πάρκερ, η Άμπιγκέιλ Μπρέσλιν, η Κάρλα Κουτζίνο, ο Ζακ Έφρον, ο Τιλ Σβάιγκερ, ο Λουντάκρις, η Λέα Μισέλ, η Σοφία Βεργκάρα, ο Τζέιμς Μπελούτσι, ο Μάθιου Μπρόντερικ και ένα σωρό ακόμα γνωστοί ηθοποιοί, κυκλοφορούν σ’ αυτή την εορταστικής ατμόσφαιρας ταινία.
Ο σκηνοθέτης Γκάρι Μάρσαλ που γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Μπρονξ ανέκαθεν είχε στενούς δεσμούς με την Νέα Υόρκη. Έτσι, είχε μια πλούσια πηγή αναμνήσεων για να αντλήσει έμπνευση. Λέει λοιπόν, για την ταινία: «Για μένα ήταν πάντα πολύ σπουδαία βραδιά, ακόμα και τότε που ήμουν μικρό παιδί. Είναι μια γιορτή που ταιριάζει περισσότερο στους μεγάλους, αλλά αρέσει πολύ και στα παιδιά, δεδομένου ότι υπάρχει ένας διάχυτος ενθουσιασμός. Πώς να μην νιώσουν ότι γίνεται κάτι σπουδαίο; Άσε που αν είναι αρκετά τυχερά, οι γονείς τους θα τα ξυπνήσουν εκεί, γύρω στα μεσάνυχτα, ώστε μισοκοιμισμένα ακόμα να υποδεχθούν με θόρυβο τον καινούργιο χρόνο. Εμείς θυμάμαι, στην οικογένειά μου, βαρούσαμε κατσαρολικά και φωνάζαμε από το παράθυρο. Μετά, όταν μεγάλωσα λίγο, πήγαινα στην Times Square για να δω τη μπάλα να πέφτει και πολύ αργότερα, ως μουσικός έπαιζα σε κάποια κλαμπ της περιοχής.
«Ήταν υπέροχο που ξανάζησα όλες αυτές τις στιγμές γυρίζοντας την ταινία,» συνεχίζει ο Μάρσαλ. «Άλλωστε αυτό κάνει και μια παραμονή Πρωτοχρονιάς στην Νέα Υόρκη. Ξυπνά αναμνήσεις. Σε κάνει να κοιτάς το μέλλον και το παρελθόν ταυτόχρονα και να σκέφτεσαι “Πού θα είμαι τέτοια μέρα του χρόνου;”»
Ξεχάστε, λοιπόν, τα προβλήματα και την οικονομική κρίση για λίγο και ξεχαστείτε μπροστά στη μεγάλη οθόνη και στη μαγεία του κινηματογράφου. Ο Γκάρι Μάρσαλ εγγυάται δύο διασκεδαστικές ώρες.

10/12/11

Βασιλιάς σε μια κόλαση

Θα σταθώ ιδιαίτερα σ' αυτή την ταινία που προβάλλεται αυτές τις μέρες, όχι μόνον επειδή είναι βασισμένη σε ένα πραγματικό περιστατικό, το οποίο έλαβε χώρα το δριμύ χειμώνα του 1915 στη νήσο Bastøy, στα νότια του Όσλο, αλλά και διότι είναι μια διαχρονική, πανανθρώπινη ιστορία αλληλεγγύης και αυταπάρνησης, που φέρνει αντιμέτωπα το αδάμαστο νεανικό πνεύμα, με το σκληρό πρόσωπο της εξουσίας ακόμα και όταν αυτή ασκείται από άνθρωπο που προσπαθεί να δείξει καλή θέληση. Αριστουργηματική είναι η φωτογράφηση των παγωμένων τοπίων και τέλεια η απόδοση των εξ ίσου ψυχρών απάνθρωπων χαρακτήρων αλλά και του ορμητικού και αδάμαστου νεανικού πνεύματος.

Η υπόθεση: Στις αρχές του 20ου αιώνα, σε ένα απομονωμένο σωφρονιστικό ίδρυμα ενός νησιού στα νορβηγικά φιόρδ, μια ομάδα από αγόρια ηλικίας 11 έως 18 ετών βιώνει καθημερινά συνθήκες εντονότατης σωματικής και ψυχολογικής βίας. Αντί να τους παρέχουν την απαιτούμενη εκπαίδευση, ο διευθυντής του ιδρύματος και οι φύλακες τούς υποβάλλουν σε επίπονες χειρωνακτικές εργασίες και σε κάθε μορφής εξευτελισμούς. Όμως, η άφιξη του 17χρονου Έρλινγκ στο ίδρυμα, πρόκειται να αλλάξει τα πράγματα, καθώς η σφοδρή του επιθυμία να αποδράσει, θα οδηγήσει σταδιακά τον ίδιο και τους συγκρατούμενούς του σε μια βίαιη εξέγερση ενάντια στο απάνθρωπο καθεστώς...

Τι λέει ο σκηνοθέτης: «Η ταινία αποτελεί κατά βάση μια διαχρονική ιστορία παραλογισμού, καταπίεσης και ανταρσίας. Παράλληλα, όμως, ανιχνεύει το κακό που “φωλιάζει” σε ιδρύματα αποκομμένα από τον υπόλοιπο κόσμο, εξετάζοντας το πόσο εύκολα μπορεί να χαθεί ο έλεγχος, όταν εκείνοι που θέτουν τους κανόνες καταφεύγουν σε κατάχρηση εξουσίας....Πρόκειται για ένα από τα πλέον σκοτεινά κεφάλαια της σύγχρονης νορβηγικής ιστορίας, καθώς μια ισχυρή στρατιωτική δύναμη χρειάστηκε να επέμβει προκειμένου να καταστείλει την ανταρσία μιας ομάδας ανήλικων αγοριών. Αυτό το –σχετικά άγνωστο στο ευρύ κοινό– συμβάν ήταν αρκετό για να με βοηθήσει να προσδώσω στην ταινία έναν επικό χαρακτήρα, συνδυάζοντας όλη εκείνη τη δράση και την αγωνία που προσφέρει η επίπονη προσπάθεια των αγοριών να αποδράσουν προς την ελευθερία, με την οικειότητα που εξασφαλίζει η λεπτομερής καταγραφή των αναμεταξύ τους σχέσεων, κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού τους στο ίδρυμα».

Βραβεία: Βραβείο Καλύτερης Ταινίας και Βραβείο Κοινού στο φεστιβάλ Nordic Film Days του Λούμπεκ
Amanda Awards Καλύτερης Ταινίας, Β’ Ανδρικού ρόλου και Πρωτότυπης Μουσικής
Βραβείο Καλύτερης Φωτογραφίας στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Γκέτεμποργκ

Σκηνοθεσία: Μάριους Χολστ
Παίζουν: Στέλαν Σκάρσγκαρντ, Κρίστοφερ Γιόνερ, Μπέντζαμιν Χέλσταντ, Τροντ Νίλσεν, Μάνιους Λανγκλέτ

4/12/11

Αυτοί που σιωπούν είναι οι μόνοι που ο λόγος τους μετράει


  • Αλίμονο στο νέο που δεν είναι επαναστάτης και αλίμονο στο γέρο που θέλει να γίνει.
  • Μόνον που δεν θυμάμαι ποιος το έχει πει αυτό…
  • Αλλά ακούω ανθρώπους που επαναστατούν ή θέλουν να επαναστατήσουν, σε μια κοινωνία που δεν ξέρει τι θέλει.
  • Και επαναλαμβάνομαι για πολλοστή φορά και ερωτώ...
  • Γιατί δεν ξεπετάγεται ένας ηγέτης να μας κάνει να επαναστατήσουμε;
  • Διότι επανάσταση χωρίς κάποιο ηγέτη δεν γίνεται.
  • Ας το πάρουμε απόφαση…
  • Και ειδικά αυτοί που επικαλούνται την επανάσταση από τον καναπέ του σπιτιού τους ή από την πολυθρόνα της καφετερίας.
  • Μπουλούκια στους δρόμους που αλληλοχτυπιούνται και σπάζουν βιτρίνες δίνοντας ευκαιρία σε άλλα μπουλούκια να κάνουν πλιάτσικο, δεν είναι επανάσταση.
  • «Χωρίς επαναστατική θεωρία δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική δράση», που έλεγε και ο Λένιν.
  • Εδώ, ένα ψήφισμα για συμπαράσταση στους εργαζόμενους του Δήμου Αμαρουσίου δεν μπορούμε να ψηφίσουμε ομόφωνα, η επανάσταση μας μάρανε.
  • (Διότι ξέρεις τι είναι φίλε μου, να υποβάλλεις ένα ψήφισμα συμπαράστασης για τους εργαζόμενους και να το ψηφίζεις μόνον εσύ που το υπόβαλες;)
  • Ούτε είναι επανάσταση, να διαφωνείς για τον τρόπο υπολογισμού των Δημοτικών Τελών μέσα στο οικογενειακό σου περιβάλλον και όταν έρχεται η στιγμή της ψηφοφορίας στην αίθουσα τουΔημοτικού Συμβουλίου να τον ψηφίζεις…
  • Διότι, είναι για να επαναστατείς, όταν ακούς ότι τα Δημοτικά Τέλη με συντελεστή 1% μειώνονται και γίνονται… 1,85%…
  • Αλλά ούτε είναι επανάσταση, να κάθεσαι στο χολ του σπιτιού που σε θρέφει και να βρίζεις το νοικοκύρη και να απειλείς «θα κάνω και θα του δείξω» και μόλις μπεις μέσα (ειδικά στην τραπεζαρία που γίνεται το φαγοπότι) να κάνεις την πάπια και να λες τα καλύτερα λόγια…
  • … και να τρως και να λες «για στα χέρια σας μαντάμ».
  • Η επανάσταση λοιπόν, ξεκινάει από μας τους ίδιους. Από μέσα μας.
  • Και ειδικά τους νεώτερους, που έχουν το μέλλον μπροστά τους και πρέπει να πορευτούν «αλλιώς».
  • ‘Όταν οι νέοι συμβιβάζονται στα τετριμμένα του παρελθόντος και μιλάνε με την ίδια ξύλινη γλώσσα των «πατεράδων» τους και ψηφίζουν ΝΑΙ αντί για ΟΧΙ, λόγω «πειθαρχίας στο συνδυασμό».
  • Όταν δεν μπορείς να πεις ότι το 1,85 είναι μεγαλύτερο και όχι μικρότερο από το 1 τότε δεν πάμε για καμία επανάσταση.
  • Και θα μείνουν στα λόγια των ηλικιωμένων οι αντιδράσεις.
  • Οι οποίες αντιδράσεις των ηλικιωμένων και οι επαναστατικές προτροπές, από τους καναπέδες τους και τις καρέκλες των καφενείων δεν οδηγούν σε επανάσταση.
  • Μάλλον προς κάτι σαν φαιδρότητα το βλέπω.
  • Οι υστερικές φωνές για ξεσηκωμό και «καλή λευτεριά» από ανθρώπους που κάνουν δυο και τρεις δουλειές για το παντεσπάνι τους και στερούν τη δεύτερη και τρίτη θέση από τον άνεργο νέο, τον οποίο λυπούνται ότι «δεν έχει στον ήλιο μοίρα», μόνον κακό κάνουν.
  • Μου θυμίζουν αυτό που είχε πει ένα Γάλλος ποιητής και συγγραφέας, ο Σαρλ Πεγκύ: «Αυτοί που σιωπούν είναι οι μόνοι που ο λόγος τους μετράει».
  • «Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα», λοιπόν, όπως ήταν και ο τίτλος της παλιάς κωμωδίας με τον Τζιν Γουάιλντερ
(Δημοσιεύτηκε στην Αμαρυσία της 3ης/12/2011)

22/11/11

Ξύπνησαν

  • Δεν ξέρω τι λέει ο κόσμος, αλλά σωστή ή λάθος, η απόφαση για το δημοψήφισμα στάθηκε αφορμή να ξυπνήσουν όλοι οι κοιμώμενοι «τον ύπνο του δικαίου» (και «αδίκου», θα συμπλήρωνα).
  • Όλοι αυτοί που κοιμούνταν και ξυπνούσαν μέσα στη δική τους εικονική πραγματικότητα.
  • Διότι η αναγγελία του λειτούργησε ως «ευεργετικμάθημα».
  • Ακόμα και για τον πιο νυσταλέο πολίτη αυτής της χώρας.
  • Περιλαμβανομένων και των πολιτικών, που τον εκπροσωπούσαν.
  • Ακόμα και αυτός που δεν ψήφιζε μνημόνια, μεσοπρόθεσμα, συμφωνίες με τη δικαιολογία ότι «υποθηκεύουν την ανεξαρτησία της χώρας», ξύπνησε ξαφνικά και τα υπερψηφίζει.
  • Όσοι ζητούσαν «επαναδιαπραγμάτευση», «έκαναν αντίσταση» και ήθελαν «άλλες λύσεις», ξύπνησαν για να καταλάβουν ότι «δεν πρότειναν λύσεις».
  • Αντιλήφθηκαν, ότι στο δανειστή σου δεν μπορείς να «πουλάς τον τσαμπουκά του αγανακτισμένου».
  • Δεν μπορείς να βάζεις δικούς σου όρους, για τα λεφτά που ζητάς να σου δώσει.
  • Ακόμα και ο πιο άσχετος πολίτης ξύπνησε και κατάλαβε ότι το πρόβλημα της Ελλάδας («κοινωνικό» από τη δεκαετία του ’90, που εξελίχθηκε σε «οικονομικό»), δεν προερχόταν αποκλειστικά από μια κυβέρνηση που είχε «κατεβάσει ρολά».
  • Ήταν πρόβλημα που προερχόταν και από μια αντιπολίτευση που «έπαιζε» με γενικολογίες, όπως «χούντα», «χώρα σε δημοκρατική εκτροπή», «κατεχόμενη», «προτεκτοράτο», «υποτελής σε ξένες δυνάμεις».
  • Ακόμα και ο πιο άσχετος πολίτης, ξύπνησε και είδε την αντιπολίτευση που ήθελε «λαϊκάδικαστήρια» στην πλατεία Συντάγματος, να αποκαλεί την προσφυγή στο λαό, «εκβιαστικό δίλημμα».
  • Οι δε εκπρόσωποι στη Βουλή, του κάθε σχετικού ή άσχετου πολίτη, ξύπνησαν και κατάλαβαν ότι χωρίς συναίνεση ή κάποιας μορφής συμφωνία μεταξύ τους, «δεν τραβάει άλλο».
  • Και φτάσαμε στη κυβέρνηση του κ. Λ. Παπαδήμου με ταχείες διαδικασίες (οξύμωρο: παρά τη βραδύτητα στην επιλογή προσώπων και τη λήψη των αποφάσεων).
  • Διαδικασίες τέτοιες, που η «απ’ έξω» αντιπολίτευση, να μιλάει πάλι για «εκτροπή», «μη τήρηση των συνταγματικών προθεσμιών και διαδικασιών» και να θέλει «εκλογές εδώ και τώρα» (αν σας θυμίζει κάτι αυτό).
  • Αλλά το σοκ, από την προκήρυξη και ανάκληση του δημοψηφίσματος, ξύπνησε και αυτούς, που πίστευαν ό,τι τους έδειχναν τα κανάλια.
  • Οι οποίοι κατάλαβαν, πως «οι απόψεις» των παραθύρων δεν είναι και «ειδήσεις».
  • Ειδήσεις είναι τα γεγονότα (όσα «έχουν γίνει») και όχι όσα οι τηλεοπτικοί αστέρες «εικάζουν» ότι «πιθανόν», ή «προφανώς», ή «μάλλον» έγιναν ή θα γίνουν μεταξύ των πολιτικών (αρχηγών και μη).
  • Διαπίστωσαν, πως οι συμπεριφορές των πολιτικών μπροστά στο φακό, δεν διαπνέονται πάντα από «πατριωτισμό», αλλά από μια προσωπική προοπτική για την πρωθυπουργία, το βουλευτιλίκι, την τοποθέτηση σε οργανισμό, κλπ.
  • Τελικά, είχε δίκιο η Ναόμι Κλάιν στο βιβλίο της το «Δόγμα του Σοκ».
  • Μόνο που στο «πείραμα της Ελλάδας», το σοκ ήταν ευεργετικό και για τους πολίτες που δεν έδιναν και πολλή σημασία στα πολιτικά.
  • Και ελπιδοφόρο.
  • Προς μια «κοινωνική συναίνεση».
  • Όχι «κομματική», που επετεύχθη (εν μέρει) με την κυβέρνηση Παπαδήμου.
  • Αρκεί να μην αμφισβητηθούν οι προθέσεις της, διότι τότε η «μετά Παπαδήμο» κυβέρνηση, θα αρχίσει από εκεί που ξεκίνησε και η απελθούσα.
  • Σας αιφνιδίασα σήμερα, αλλά η κρίση της κοινωνίας γύρω μου, δεν μου δίνει έμπνευση γι’ αστεία.
  • Ο Δήμος Αμαρουσίου, που με εμπνέει συνήθως, αποτελεί κι αυτός μέρος του όλου προβλήματος.
  • Μπορεί να περιμένει.
(Δημοσιεύτηκε στην Αμαρυσία στις 19/11/2011)

8/11/11

Άξιοι της τύχης μας

Ενώ η χώρα μας περνά τη μεγαλύτερη κρίση στην ιστορία της, κάποιοι συνεχίζουν να ενεργούν με τη σκέψη και με το βλέμμα τους στις επόμενες (όποτε γίνουν) εκλογές και μιλούν με προεκλογική ορολογία.
Επαναλαμβάνομαι βαρετά: Δεν έχουμε αλλάξει νοοτροπία και είμαστε άξιοι της τύχης μας.

3/11/11

Ο Τεντέν και το Χρυσόμαλλο Δέρας

Ακριβώς 50 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του Τεντέν και αυτή τη χρονιά διάλεξαν ο σκηνοθέτης της τριλογίας «Άρχοντας των δαχτυλιδιών» Πίτερ Τζάκσον και ο διάσημος σκηνοθέτης Στίβεν Σπίλμπεργκ να παρουσιάσουν την πρώτη μιας νέας σειράς ταινιών (όπως υπόσχονται) με ήρωα το γνωστό νεαρό δημοσιογράφο, που μπλέκεται σε κάθε είδους περιπέτειες.
Πρόκειται για την τριών διαστάσεων ταινία «Τεντέν, το μυστικό του Μονόκερου», συμπαραγωγής Σπίλμπεργκ και Τζάκσον και σκηνοθεσία του πρώτου, η οποία θα προβάλλεται στη χώρα μας από τις 3 Νοεμβρίου 2011.
(Ζορζ Γουιλσόν και Ζαν Πιέρ Ταλμπό)
Το σημερινό αφιέρωμα, όμως δεν είναι γι’ αυτήν, αλλά για την πρώτη (με ηθοποιούς) κινηματογραφική μεταφορά των ηρώων του Ερζέ, οι οποίοι στην προσπάθειά τους να λύσουν κάποιο μυστήριο πέρασαν από την Ελλάδα και έμπλεξαν με «κακούς» Έλληνες, ενώ έχει ακολουθήσει και δεύτερη λιγότερο γνωστή με τους ίδιους συντελεστές.
Για την ιστορία, πρέπει να αναφερθεί ότι ο Τεντέν, ως κόμικ, δημιουργήθηκε το 1929 από τον Βέλγο καλλιτέχνη Ζορζ Ρεμί και γνωστότερο με το ψευδώνυμο Ερζέ, ο οποίος λάτρευε να αφηγείται και σχεδιάζει φανταστικές περιπέτειες.
Ο Τεντέν του Ερζέ, λοιπόν, είναι ένας νεαρός και ακούραστος δημοσιογράφος, ο οποίος έχοντας μαζί του το σκυλάκι του Μιλού και παρέα με ένα ζάπλουτο πλοίαρχο, τον καπετάνιο Χάντοκ μπλέκει σε μυστήριες υποθέσεις σε όλο τον κόσμο, πολλές φορές μάλιστα έχοντας μαζί του και τους δίδυμους ντετέκτιβ Ντυπόν και Ντυπόν και έναν τρελό επιστήμονα τον Τουρνεσόλ. Γυναίκα δεν υπάρχει στη μόνιμη παρέα του Τεντέν και γι’ αυτό πολλές υποθέσεις έχουν γραφτεί, ενώ έχει χαρακτηρισθεί ακόμα και «άφυλος». Το γεγονός δε ότι ο συντηρητικός Ερζέ, μέσα από τις ιστορίες του Τεντέν, έκανε κοινωνικό και πολιτικό σχολιασμό, ο ήρωάς του απασχόλησε ακόμα και την παγκόσμια πανεπιστημιακή κοινότητα με συζητήσεις στα αμφιθέατρα της Γαλλίας και με πανεπιστημιακές διατριβές.
(Δήμος Σταρένιος)
Η πρώτη ιστορία του Τεντέν δημοσιεύτηκε το 1929 στην εφημερίδα «20ός αιών» και είχε τίτλο «Ο

23/10/11

Ποιός θα τολμήσει;

Έλεγα λοιπόν, στην προηγούμενη ανάρτηση, ότι η μεγάλη αλλαγή, η Επανάσταση που οραματίζονται μερικοί με το "ουστ, έξω από δω", προκειμένου να αλλάξουν το πολιτικό σύστημα, δεν δείχνει ωριμότητα.
Αυτού του είδους η βία, διότι περί βίαιης αλλαγής μιλούν οι "Ουστ έξω από δω" στα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης, δεν σημαίνει ότι θα φέρει και την πολυπόθητη αλλαγή και ας έλεγε ο Μαρξ ότι η βία είναι η μαμή της ιστορίας.
Το πολιτικό σύστημα μπορεί να αλλάξει, όταν θα έχει αλλάξει και ο κόσμος τις προσωπικές επιλογές του, τα ατομικά του συμφέροντα, που είναι αυτά που έφεραν στην εξουσία αυτούς που σήμερα δεν θέλουμε.
Άρα, λοιπόν, χρειάζεται υπευθυνότητα εκ μέρους του λαού. Όπως χρειάζεται και υπευθυνότητα εκ μέρους αυτών που κυβερνούν.
Όπως έγραψε και ο κ. Κ. Βαξεβάνης στο Lifo: "Δεν γίνεται άνθρωποι που δεν είπαν ποτέ στη ζωή τους ένα ΟΧΙ αξιοπρέπειας να εκφέρουν ξαφνικά τα μεγάλα ιστορικά ΟΧΙ"