18.6.17

Τα αστέρια μου κι εγώ

«Άγγελε καλησπέρα. Από πότε έχεις να φύγεις από το διάλειμμα σε ταινία;», με ρωτά φίλος στο Messenger, με τον οποίο μάλιστα η προηγούμενη συνομιλία μας, επί άλλου θέματος, τελείωνε έτσι (και κάνω copy-paste): «Και πάλι σ ευχαριστώ. Όπως και για τις κινηματογραφικές κριτικές σου!»
Αιφνιδιάζομαι, υποψιάζομαι ότι για κάτι έχει απογοητευτεί, αλλά του γράφω αμέσως: «Δεν κατάλαβα την ερώτηση. Βλέπω τις ταινίες μέχρι τέλος, ακόμα και όταν δεν μου αρέσουν. Σε δημοσιογραφικές προβολές, που γίνονται χωρίς διάλειμμα, αν έχει τύχει να έχω φύγει νωρίτερα (λόγω κάποιας ανάγκης, επειδή βλέπουμε δύο μαζί) έχω μετανιώσει. Από αίθουσα έχω φύγει στο διάλειμμα, μόνο σε θεατρικές παραστάσεις. Τι σου έτυχε και με ρωτάς;»
«Το "Ήρεμο πάθος" που του έβαλες 3 αστέρια! Και δεν είμαι από αυτούς που δεν διαβάζουν ποίηση και λογοτεχνία, για να με κατηγορήσεις. Όταν βρεθούμε από κοντά θα σου πω τις απόψεις μου». Μου γράφει.

...Μάη μήνα βρέχει

Μέσα Ιουνίου. Βρίσκομαι στο τρένο προς Μαρούσι, έξω ψιλοβρέχει. «Ο καιρός τρελάθηκε», μονολογώ.
«Στον καταραμένο τόπο, Μάη μήνα βρέχει», μου απαντά ο νεαρός απέναντί μου, ηλικία γύρω στα 27, γκρι κοστούμι χωρίς γραβάτα τσαλακωμένο «αλά Τσακαλώτος», μαύρο (ευτυχώς όχι κόκκινο) σακίδιο, πλαστικό ποτήρι με καφέ στο ένα χέρι και στο άλλο ipod, από το οποίο φοράει ακουστικό μόνο στο ένα αυτί. Κάτι πληκτρολογεί με τον αντίχειρα.
«Ακούστηκα;», ρωτάω με αμηχανία.
«Δεν πειράζει», μου απαντά ευγενικά, σταματώντας την πληκτρολόγηση. «Πολύς κόσμος παραμιλάει στις μέρες μας, ακόμα και για προσωπικά θέματα. Σας έλεγα λοιπόν, στον καταραμένο τόπο Μάη μήνα βρέχει». 
«Μα… έχουμε μέσα Ιουνίου. Ο Μάιος πέρασε…», τον διορθώνω.

16.6.17

Μητροπολιτική αίσθηση

Διαβάζοντας την «Μητροπολιτική αίσθηση» του Georg Simmel (1858 – 1918) Γερμανού φιλόσοφου, κοινωνιολόγου και θεωρητικού του πολιτισμού, αντιλαμβάνεσαι γιατί είναι ο πρωτοπόρος της οικολογικής προσέγγισης της πόλης σε μια εποχή που ακόμα δεν κινδύνευε το περιβάλλον, όπως εκλαμβάνουμε το κίνδυνο αυτό σήμερα.
Το βιβλίο «Μητροπολιτική αίσθηση», που κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Άγρα, στις 88 σελίδες του περιέχει δύο δοκίμια του Σίμελ γραμμένα το 1902 και το 1907 αντίστοιχα, τα οποία παραμένουν επίκαιρα και ρίχνουν νέο φως στη σύγχρονη μητροπολιτική συνθήκη και απαντούν -τουλάχιστον στο πλαίσιο των μέχρι τότε δεδομένων- σε ερωτήματα όπως: Ποιά είναι η ψυχολογία του κατοίκου της μεγαλούπολης; Ο ρυθμός της ζωής του πηγάζει από την ατομικότητά του; Πώς προσαρμόζεται στους κανόνες της κοινωνίας; Και το σημαντικότερο: τί αισθάνεται και γιατί το βλέμμα, η ακοή, η όσφρηση είναι τόσο σημαντικά στην κατανόηση των κοινωνικών αλληλεπιδράσεων στο αστικό περιβάλλον;

15.6.17

Όλα όσα αγαπήσαμε – Mal des pierres

Ένας λευκός γάμος μεταξύ μιας κοπέλας που ψάχνει να βρει την αληθινή αγάπη ακόμα και παντρεμένη και ενός άντρα που την αγαπάει χωρίς ανταπόκριση. Πάνω σε αυτόν –αρχικά- τον καμβά ο σκηνοθέτης κτίζει μια ταινία χαρακτήρων και κατορθώνει να κρατά το ενδιαφέρον του θεατή μέχρι το απροσδόκητο φινάλε.

Μικρά βήματα - Sage femme

Μια ιστορία συμφιλίωσης και συγχώρεσης με ηρωίδες μια χαρισματική μαία, που την υποδύεται με λιτά εκφραστικά μέσα, αλλά πολύ πειστικά, η Κατρίν Φρο και την ερωμένη του πατέρα της η οποία εμφανίζεται ύστερα από τριάντα χρόνια απουσίας, την οποία υποδύεται η Κατρίν Ντενέβ.

Ο γιατρός έχει τρεχάματα - Lasciati andare

Αν δεν ήταν ο Τόνι Σερβίλο, δεν ξέρω αν θα είχα γελάσει τόσο σ’ αυτή την ταινία, της οποίας η ιστορία είναι χιλιοειπωμένη: ηλικιωμένος, μοναχικός, ιδιόρρυθμος και εσωστρεφής, για κάποιο λόγο γνωρίζεται με κατά πολύ νεώτερή του κοπέλα και από τη σχέση τους, βγαίνουν άγνωστες πτυχές του χαρακτήρα του, ενώ καμιά φορά φτάνει μέχρι το σημείο να την ερωτευτεί.

Η μούμια - The mummy

Θεαματική υπερπαραγωγή, ενός θρυλικού κινηματογραφικού μύθου, με πρωταγωνιστές από τους οποίους περιμέναμε κάτι περισσότερο από όσα ήδη γνωρίζουμε. Μια ταινία που τα έχει όλα και ξεκινάει από τρομοκράτες που καταστρέφουν αρχαία μνημεία στην έρημο (αν σας θυμίζει κάτι αυτό) και τελειώνει με την ατάκα, ότι «μόνον ένα τέρας μπορεί να καταστρέψει ένα άλλο τέρας» (δηλαδή, ό,τι και να γίνει εμείς δεν γλιτώνουμε με τίποτα).